λυρισμός


λυρισμός
[лиризмос] ουσ. α лиризм.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λυρισμός" в других словарях:

  • λυρισμός — ο (Α λυρισμός) [λυρίζω] νεοελλ. 1. η ιδιότητα τής λυρικής ποίησης και γενικότερα τής τέχνης, η έκφραση τών υποκειμενικών συναισθημάτων τού δημιουργού με τρόπους και μέσα που προσιδιάζουν ή ταιριάζουν στη λυρική ποίηση 2. η χρησιμοποίηση ποιητικού …   Dictionary of Greek

  • λυρισμός — ο το γνώρισμα της λυρικής ποίησης: Τα ποιήματά του περιείχαν στοιχεία λυρισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λυρισμοῦ — λυρισμός playing on the lyre masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γουλφ, Βιρτζίνια — (Virginia Woolf, Λονδίνο 1882 – Άουζ Ρίβερ 1941).Αγγλίδα συγγραφέας. Κόρη του διάσημου κριτικού, βιογράφου και φιλοσόφου Λέσλι Στέφενς, η Γ. μεγάλωσε μέσα σε εκλεκτό κύκλο διανοουμένων του καιρού της και δέχτηκε εκλεπτυσμένη και φιλελεύθερη αγωγή …   Dictionary of Greek

  • ρομαντισμός — Πνευματικό κίνημα που εμφανίστηκε στο τέλος του 18ου αι. στη Γερμανία και διαδόθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική. Η λέξη romantic (από την οποία προέρχεται ο όρος), από την ισπανική romance,… …   Dictionary of Greek

  • Αγάθων — I (Αθήνα 445; – Πέλλα 400; π.Χ.).Αθηναίος τραγικός ποιητής. Ελάχιστες πληροφορίες για τη ζωή του έφτασαν έως εμάς. Βρισκόταν στην ακμή του την εποχή του όψιμου Ευριπίδη, νίκησε το 416 με τραγωδία στα Λήναια και το 405 πήγε στην αυλή του Αρχέλαου …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Γένσεν, Γιοχάνες Βίλχελμ — (Johannes Vilhelm Jensen, Φαρσέ 1873 – Κοπεγχάγη 1950). Δανός ποιητής και μυθιστοριογράφος. Το πρώτο μυθιστόρημά του, με τίτλο Δανοί (1896), απηχεί το κλίμα των ιμπρεσιονιστών και των συμβολιστών της εποχής και είναι επηρεασμένο από το… …   Dictionary of Greek

  • Γκριγκ, Έντβαρντ Χάγκερουπ — (Edvard Hagerup Grieg, Μπέργκεν 1843 – 1907).Νορβηγός συνθέτης. Ο Γ. τελειοποίησε τις μουσικές του σπουδές στη Λειψία. Ωστόσο, όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από τη γερμανική μουσική παιδεία, αλλά ήταν εκείνος που συνετέλεσε στην εμφάνιση της… …   Dictionary of Greek